Φτωχοδιάβολοι



[...]
Πείνα μου μοιραία,ζήλεια μου ρομφαία
Μπήκα σ' ένα τρένο πίσω δεν κοιτούσα,
μέσα μου πετούσα,ψήλωσα δυο πόντους



[...]
Σκούριασαν τα χέρια,βρήκα άλλους τρόπους
Είπα να χαθώ,το τέλος μου να βάλω...
Λίγο ακόμα επάνω,τρέλα μου,σε φτάνω



Ζήνωνος.
Μέχρι Ζήνωνος έφτανε









Αυλαία και πάνε

Το αμάξωμα παραλείπεται και πες μου εσύ, πού βρίσκεσαι σε σχέση με το δρόμο. Περίπου 10 εκατοστά πιο πάνω, να κινείσαι παράλληλα και συνεχώς, δημιουργώντας τον εαυτό σου μέσα από λέξεις και νοητές κατασκευές.
Η μόνη φορά που δρας σε τέτοιο ύψος από το έδαφος, πιο χαμηλά από το "καθιστός", ελάχιστα πιο ψηλά από το "ξαπλωμένος".
Η προσγείωση σαν αίσθηση και επιθυμία.
Να νιώθεις την κίνηση, το κάθε άλμα και μέσα από την παρακολούθηση του συνεχούς μπροστά, να τρέχεις με χρόνια και αλλαγές.


Στην "επιστροφή" είναι ένα τζάμι.
Σαν τους καθρέφτες των ξενοδοχείων ή των θεάτρων.
Αυτοί δεν είναι σαν των σπιτιών. Ο καθρέφτης σπιτιού είναι πολυσυλλεκτική κορνίζα. Δείχνει αγαπημένα πρόσωπα σε πρόοδο ζωής και εικόνας τους και μπορεί καίτοι υλικό να έχει αναμνήσεις. Οι άλλοι όχι. Έχουν αποτυπώσει τόσα πρόσωπα, τόσα χαμόγελα, δάκρυα, κραυγές και συνειδητοποιήσεις ασχήμιας που ξερνάνε ανθρώπους. Κομμάτια γυαλιού δίχως διάθεση για μνήμη. Κομμάτι γυαλιού κι αυτό.
Επιστροφή στο ταχύμετρο. Στο καθημερινό. Και εκεί ζητάς έναν τοίχο, να στηριχτείς, να σηκώσεις το ένα πόδι σου για καλύτερη ισορροπία και να αρχίσεις να βγάζεις κορώνες εντυπωσιασμού. Να δηλώνεις την ψυχή σου μέσα από αύξηση έντασης, μόνο και μόνο για να σε κοιτάξουν.
Με την ελπίδα να σε κοιτάξουν.
Με την ελπίδα κάποιοι από όσους κοιτάξουν να καταλάβουν και τις σπασμωδικές κινήσεις των χεριών σου, που συνοδεύουν την κραυγή. Τα λόγια σου, δηλαδή. Και εκεί συνειδητοποιείς πως τραγουδάς μάλλον μόνος.
Το φως του προβολέα  σε φωτίζει τόσο δυνατά που μόνο τον εαυτό σου μπορείς να αντιληφθείς και να βασιστείς, όπως είπε κάποτε κάποιος πάνω από μία αχνίζουσα μολόχα, συνεχίζοντας:"το πρόβλημα είναι ένα μονόπρακτο, που το βγάζεις σε πέρας μόνος σου. Αν υπάρχει κοινό, όλα καλά. Ακόμα καλύτερα, αν κάποιος έρθει και σε βρει στα παρασκήνια, για να σε συγχαρεί. Αλλά μόνος σου".

Και ξέρεις, το καλύτερο κοινό είναι αυτό που δεν επιβραβεύει ούτε αποδοκιμάζει. Είναι εκεί και βιώνει τα μονόπρακτά σου στωικά, περιμένοντας να έρθει μετά το τέλος, όταν οι άλλοι θα είναι σπίτι τους με ήσυχες διαθέσεις.
Θα έρθει τη στιγμή της απόσυρσης και θα φύγει μαζί σου χωρίς απαραίτητα να μιλήσει. Αυτό το κοινό σε "έπιασε".
Τώρα, μπορείς να φύγεις. Όποτε και ανακουφισμένα αφού τα έχεις αντικρύσει όλα.
Ο μόνος λόγος που είχες για να παλέψεις να δεις την πραγματικότητα στις διαστάσεις της, είναι για να την παρατήσεις μετά.
Παραιτείσαι όταν την βιώνεις και βιώνεται μόνο για να δραπετεύσεις. 
Προσπαθώντας να αποτυπώνεις την αιώνια σύγχυση, με σκοπό να τα βάλεις όλα σε μία τάξη καταλαβαίνεις πως μοναδική θέση τους είναι το άτακτο. Επιστροφή στην αθωότητα, λοιπόν, αλλά εγνωσμένα. Αισθήσεις, σκέψεις από την αρχή όχι με ανωριμότητα ξεκινήματος αλλά με την επώδυνη γνώση της επιτηδευμένης επανεκκίνησης.











Μια Κυριακή πρωί,πάρ'το δυτικά

[...] Άναψα τσιγάρο και σκέφτηκα πως τελικά ευτυχισμένοι, ειδικά τις Κυριακές, είναι μονάχα οι εραστές και η αγάπη, όταν ταξιδεύουν. Όταν διαβιούν σε αιώνιο τράνζιτ είτε σε κουβούκλια μικρών αυτοκινήτων είτε σε σταθμούς ΚΤΕΛ. 
Τίποτα άλλο δεν υπάρχει σε αυτούς τους σκοτεινούς, άγραφους και φοβισμένους καιρούς. Μόνο χιλιόμετρα και φιλιά [...]*
   
Και το ουρλιαχτό της στο 2:20. Με κλάμα μόνο.

*(Τσιτσόπουλος,SOUL # 50)







Το όνειρο

Ο Καλούγκιν αποκοιμήθηκε κι ονειρεύτηκε ότι καθόταν σε κάτι θάμνους και δίπλα απ'τους θάμνους περνούσε ένας αστυνόμος.
Ο Καλούγκιν ξύπνησε, έξυσε το στόμα του και ξανακοιμήθηκε και στον ύπνο του αυτήν τη φορά είδε ότι περπατούσε πλάι σε κάτι θάμνους και στους θάμνους καθόταν κρυμμένος ένας αστυνόμος.
Ο Καλούγκιν ξύπνησε, έβαλε κάτω απ'το κεφάλι του την εφημερίδια για να μη μουσκεύει με τα σάλια του το μαξιλάρι και ξανακοιμήθηκε, κι ονειρεύτηκε πάλι ότι καθόταν σε κάτι θάμνους και δίπλα απ'τους θάμνους περνούσε ένας αστυνόμος.
Ο Καλούγκιν ξύπνησε,άλλαξε την εφημερίδα, ξάπλωσε και ξανακοιμήθηκε. Ξανακοιμήθηκε και ξαναονειρεύτηκε ότι περπατούσε πλάι σε κάτι θάμνους και μες στους θάμνους καθόταν ένας αστυνόμος.
Εκείνη τη στιγμή ο Καλούγκιν ξύπνησε και αποφάσισε να μην κοιμηθεί άλλο, αλλά αμέσως τον ξαναπήρε ο ύπνος και ονειρεύτηκε ότι καθόταν πίσω από έναν αστυνόμο κι από δίπλα τους περνούσαν κάτι θάμνοι.
Ο Καλούγκιν έβγαλε μια φωνή και βάλθηκε να στριφογυρίζει στο κρεβάτι του, αλλά δεν κατάφερε να ξυπνήσει.
Ο Καλούγκιν κοιμήθηκε τέσσερις μέρες και τέσσερις νύχτες και την πέμπτη μέρα ξύπνησε τόσο αδυνατισμένος, που χρειάστηκε να δέσει τις μπότες στα πόδια του με σπάγκο για να μην του βγαίνουν. Στο φούρνο, όπου ο Καλούγκιν αγόραζε πάντα σταρένιο ψωμί, δεν τον αναγνώρισαν και του πάσαραν ψωμί από σίκαλη.
Και η επιτροπή υγιεινής, που πήγαινε από διαμέρισμα σε διαμέρισμα και είδε τον Καλούγκιν, τον βρήκε ανθυγιεινό και καθ'όλα άχρηστο και πρόσταξε τους επιστάτες να τον πετάξουν μαζί με τα σκουπίδια.
Δίπλωσαν τον Καλούγκιν στα δυο και τον πέταξαν σαν σκουπίδι.

Δανιήλ Χαρμς, "ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ"







In the flesh / Τέλος εποχής (πάροδος)

Το είχες αναφέρει κάποτε με τη φρικτή συνειδητοποίηση του βάρους του. Με τη μη συνειδητοποίηση της πιθανής αναστροφής του, όμως. Επιτόπου αναστροφής: η αίσθηση που προσπαθείς να μετατρέψεις από ανείπωτο σε (γρ)απτό, ζωή τώρα.
Νιώθεις πως βρίσκεσαι πριν την αποκάλυψη ενός μικρού καταραμένου θεού που θα σε διαλύσει. Ότι ο προσωπικός σου κομμός έρχεται. Και ανυπολόγιστους χρόνους μετά βλέπεις, πως η κορδέλα του προσωπικού σου τερματισμού δεν κόπηκε.
Πήδηξες και πέρασες από πάνω της ή έσκυψες και δεν την τεμάχισες. Τρέχεις ακόμα μπροστά-η φόρα σου δεν σε αφήνει να σταματήσεις και σου μένει μόνο να κοιτάς προς τα πίσω. Να βλέπεις το σημείο του -έπρεπε- τέλους σου ανέπαφο.
Πόσο λάθος. Μετά από αυτό το διάστημα όλα είναι λάθος.
Ο χρόνος, ο χώρος, τα πρόσωπα έρχονται από το πουθενά.
Από αυτό που θα έπρεπε να μην υπήρχε.
Δύσκολα παράξενες μέρες.
Μέχρι που έρχεται η ανανέωση. Η αίσθηση που χρειαζόσουν, για να πειστείς ότι δεν ήταν η τελευταία κορδέλα που είδες να σε πλησιάζει.
Θέλεις η άλλη ν'αργήσει. Ή όταν έρθει, να είναι η τελική.
Αλήθεια ; Δεν μπορείς να τελειώσουν.


"Η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριό του ο άνθρωπος, συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του. 
Δεν υπάρχει μοίρα, που να μη νικιέται με την περιφρόνηση".

[Albert Camus,Ο Μύθος του Σίσυφου]

Πάτερ υμών

[...]
Well I ran to the rock, please hide me
But the rock cried out, I can't hide you
The rock cried out, I ain't gonna hide you, guy

What's the matter with you, rock?
Don't you see I need you, rock?

Lord, Lord, Lord

So I ran to the river, it was bleedin'
I ran to the sea, it was bleedin'
So I ran to the river, it was boilin'
I ran to the sea, it was boilin'
So I ran to the Lord, please hide me Lord

Don't you see me down here prayin'?



The Lord said, go to the devil
He said, go to the devil

So I ran to the devil, he was waitin'
I ran to the devil, he was waitin'


All on that day


 I cried: 

 POWER! 


He said, child, where were you
when you oughta been prayin'?
I said,Lord, Lord, hear me prayin'

Sinnerman you oughta be prayin'

Oughta be prayin',Sinnerman
Oughta be prayin',

All on that day.
[...]
Nina Simone - Sinnerman


http://www.flickr.com/photos/jrabthearab/2419372307/









Έλα καλέ τώωωρααα

Σε διάλειμμα από σώψυχα έχω ενστάσεις αποχής εποχής. 
Βλέπω πράγματα που θα έπρεπε να έχουν λήξει το '97-το πολύ '99 μαζί με τους "Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή".
Να μας έχει βρει δηλαδή το millenium σε νέα φάση κι έτσι.

Είναι τρομακτικό να βλέπεις τον κόσμο να πίνει φραπέ. 
Τον ανακαλύψαμε, τον ήπιαμε με ψηλοκάβαλα LEVI's 501 κάτι άνοιξες σε αυλές, μετά λίγη Πρωτοψάλτη με την καούκα, κάναμε αντάρτικο και στο Χάραμα με τη Γαλάνη και μετά πέσαμε για μεσημεριανό ύπνο. Κάπου εκεί θα έπρεπε να είχε τελειώσει αυτή η αηδία.

Ο σωστός ο κόσμος ΔΕΝ κάνει δίαιτες, ΔΕΝ χρησιμοποιεί υποκατάστατα ζάχαρης και ΔΕΝ τρώει υγιεινά. Νew age σημαίνει ροπή προς την παχυσαρκία. Άντε πήγαινε ένα γυμναστήριο, αλλά μη μου διαλύεις αξίες όπως McDonald's, τυρόπιτες, πατατάκια, πίτσες 4x4 και οικογενειακό παγωτό μετά. Και το ίδιο βράδυ να βγαίνεις για φαγητό, γιατί δεν έχει νόημα να βγαίνουμε πλέον για καφέδες. Πλέον πάμε σε μαγαζιά μόνο για να ξέρουμε πιο έχει καλό club και άντε κάποιες φορές για κανα ποτό.

Επίσης, σήμερα δεν αυτοκτονούμε. Μπορεί να έχεις τη μαύρη τη καντίφλα σου, αλλά δεν πέφτεις σε γραμμές τρένου για κανένα λόγο, δεν κόβεις φλέβες, γενικά ζεις με την κατάθλιψη (που κατάθλιψη δεν έχεις απλά μια πεσαμάρα) και κάνεις blog. Ή έστω polyvore.

Δεν έχουμε καθαρές τσάντες. Αν ως φοιτητής δεν έχεις βρεθεί με ένα στρώμα σοκολάτας κι από κάτω να ξεκινάει το ύφασμα στον πάτο της τσάντας σου, δε σ'αγαπώ. Αποδείξεις από everest, Γρηγόρηδες και Μερακλήδες πρέπει να πιάνουν περισσότερο χώρο από τα λεφτά στο πορτοφόλι σου.

Ασχολείσαι με το χορό, βλέπεις ποδόσφαιρο ή ασχολείσαι με αυτό;(κάποιοι τραγίλοι κάνουν ακόμα και στίβo!). Καλέ είναι δυνατόν; Άντε και πήδηξες το εμπόδιο, πέρασες το σκάμμα με την άμμο, τερμάτισες πρώτος, κέρδισε η ομαδάρα. 
Και μετά τι;

Άμα τα κάνεις όλα αυτά και (καλά εδώ κλατάρω) πιστεύεις ότι δίκαια κόπηκε η "Σκυλίσια Ζωή", ΠΕΣ "ΨΩΛΗ".
Φάε τώρα την υπόλοιπη τούρτα από το ψυγείο, άκου λίγη Σαμίου και μη διανοηθείς να (ξανα)φορέσεις ΠΟΤΕ αμάνικο (άααλλο αυτό).

Υ.Γ.:Το να πεθάνουν κάτι σάβανα, υπεύθυνα για εγκλήματα τύπου "Ρόδα,τσόντα και κοπάνα" χιουμοράκι και "Κούλα, πολύ κωλόπαιδο ο Κυριάκος" ατάκες, θα έπρεπε να είναι βασικό μας θέμα. 
Στάθη Ψάλτη, Ελένη Φιλίνη, Κατερίνα Γιουλάκη, Σεφερλή, Τόνυ Άντονυ, Σόφι Ζανίνου, Αθηνά Μαυρομάτη και σχεδόν όλε θίασε του "Γελών λαβέ", σας έδειξε τον δρόμο ο Μουστάκας. Για πάμε να χαιρετιόμαστε.

εικόνα 1.Η εικονιζόμενη κυρία πίνει φραπέ γλυκό γάλα