Λυτρωτικά ενδιάμεσα

Τα σφιχτά δεμένα παπούτσια και τα κατάλληλου ύψους σκεπάσματα. Το στεγνό πέλμα, η ιδανική υγρασία ανάμεσα στις παλάμες. Η προσδοκώμενη απεικόνιση.

Τα "ναι" για "συνέχισε". Η κατάλληλη τοποθέτηση των σωμάτων στο χώρο, ώστε να λειτουργήσεις οικεία ακόμα κι αν δεν τους έχεις ξαναδεί ποτέ.
Οι ταιριαστοί χρόνοι σε αξιολογική κατάταξη της κάθε κίνησης, από την ανώδυνη μεταφορά βιβλίων μέχρι το γύρισμα της σελίδας. Ο τόνος της φωνής που καλεί σε συνέχεια, αυτός που δέχεσαι χωρίς σφίξιμο των δοντιών.
Το "δικό σου" χιούμορ· η αίσθηση παρόμοιας οπτικής των μέχρι εδώ και η άξια χαμόγελου ίδια ερμηνεία.
Η ανάγκη να πλησιάσεις, η χροιά που δηλώνει προσιτή και σε μαλακώνει ανεπανόρθωτα. Το χαρούμενο βλέμμα, που πιάνεις να σε αφορά κατά τύχη με ευτυχία δευτερόλεπτου.
Αυτά τα βλέμματα που συμπληρώνουν όσα λέγονται και αυτά που αρθρώνουν αυθάδικα λόγο αυτοδύναμα στιφό.
Οι μουσικές των εμπνευσμένα δρομολογημένων γυρισμάτων, της κάλυψης των αναγκών του αυτιού-κάλυψη που μόλις συμβεί, δε χρειάζεσαι καν φαγητό.
Και αυτές της έλλειψης, πόσο θλιβερές και ξεχαστές.
Τα αταίριστα ενώματα της λέξης, σύνολα που σου καίνε την όψη, αλλά ξεδιπλώνουν τα μέσα κατασκευάσματα εκπληκτικά αναλυτικά.
Τα κενά, που τα μάτια σου μπορούν να γυρίζουν και να κερδίζουν το διάλειμμα, για να αντέχουν το γύρισμα.



Οι σιωπές. 
Όσες τροφοδοτούν το μετά, συνειδητοποιούν για σένα και γίνονται αποτελεσματικοί προωθητές για κατανάλωση.
Αλλά και οι άχρηστες, όσες συνεργάζονται να είσαι ρέκτης ακινησίας και παύσης.
Τα καινά κενά και οι ταλαντώσεις εαυτού.

http://bit.ly/hZWJCP









Θεατράλε αλλά μορτάλε


"Για μια σκηνή στο θέατρο
το είναι μου το αθέατο,

με πρόσταζε τα ρούχα μου να κάψω".

(Στο 3:40)











Κακέκτυπα

Ο Αντρέι Σιμιόνοβιτς ενώ είχε υποσχεθεί στο σκύλο του, τον Ορλόφ, να του δίνει κάθε μέρα από δύο λουκάνικα, αποφάσισε ότι σήμερα δεν θα το έκανε. Εκείνος του γάβγιζε συνέχεια γιατί πείναγε, μέχρι που ο Αντρέι Σιμιόνοβιτς φοβήθηκε πως μπορεί να τον δαγκώσει. Πήρε τότε αγκαλιά ένα θάμνο που περνούσε απ'έξω και τον κράτησε προσπαθώντας να προστατευτεί.
Τη δεύτερη μέρα, αφού ο Ορλόφ είχε φάει ολόκληρο το θάμνο, ο Αντρέι Σιμιόνοβιτς έδωσε τέσσερα λουκάνικα στο σκύλο του, κρέμασε τα παπούτσια του στον καλόγερο και πήγε στην αγορά για να πάρει άλλα δύο λουκάνικα.


Δανιήλ Χαρμς, "ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ"





Τέλος εποχής IV / Big bad woolf

[...]Η δυσφορία τις τελευταίες εβδομάδες του φαινόταν κάτι παραπάνω από ουσιώδης και αναγκαία. Έπρεπε με τις κινήσεις να στήσει συμπεριφορά δυναμικής "όλα είναι υπέροχα", τη στιγμή που κάθε πινακίδα με ενδείξεις χιλιομέτρων είχε την υποσημείωση "λάθος δρόμος". 
Δυσκολία να χαμογελάσει στο πρώτο βλέμμα της μέρας, ακόμα και να κινηθεί στοργικά ενώ απελπισμένα το ήθελε:
η παραλυτική δύναμη που καταργεί το σφοδρό της ανάγκης για προσφορά. 
Και θυμήθηκε της στιγμές απόσυρσης, τις απόκρυφες σημειώσεις, τα ύψη του "εγώ" και τη σημασία της αποκομμένης καλλιέργειας. Ένιωσε μετά την απελπισία τους. 
Τον φαύλο κύκλο του από εδώ για εδώ, της μη προσφοράς. 
Κάθε βλέμμα στραμμένο προς το παράθυρο ήθελε και το κατάργησε με ένα νοητό χαστούκι προς τη μεριά της και την θέληση της ψυχής να συνεχίσει κοιτώντας αριστερά, για να ακούσει. Κοιμήθηκε με πρωινό πλάνο κίνησης. 


Χαμόγελο, στήριγμα και ευθύνη στην αποφασιστική τροπή των πραγμάτων. 
Μπορούσε να την κάνει να γελάει ενώ οδηγούσε ή έστω να μην την κάνει να μετανιώσει για τα πριν. Και ξεκίνησε με μουσική που γράφτηκε με λίγη σκέψη και στη συνέχεια αιματηρά με λόγο. Έτρεχε, έτρεχαν.
Χωρίς απειλή για φρένο από μέσα. Τώρα έμεναν οι δαίμονες του κόσμου, οι απλοί μα ισχυροί.[...]

http://bit.ly/ifCZoB









Ναι,ο παράδεισος παρατράβηξε

Μερικά λεπτά διαύγειας και το "εκεί" έρχεται και τρακάρει πάνω στη μούρη σου.
Μετά από Βαλπουργία νύχτα ή -χειρότερα- πρωινό, καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς να μένεις άλλο εδώ αγκαλιά με ψηλά χούγια και διαφυγές. Νοσταλγικά μπορείς να κοιτάζεις τον αέρα να τσακίζει δέντρα κάτω από πάπλωμα και αναληθείς εξομολογήσεις κορμού ή μπορείς ακόμα ηδυπαθώς να βγεις και να κρατηθείς, για να σε πάρει.
Κάθεσαι άνετα με σκοπό ν'αναλυθείς, στέκεσαι απέναντι με το σημειωματάριο της προσπάθειας και ίπτασαι ελέγχοντας αν όλο αυτό γίνεται σωστά. Και εξηγείς τα επιτυχώς ιδωμένα, τις πρώτες γεύσεις, μουσικές και άλλες μαλακίες μέχρι που φτάνεις σε ό,τι αξίζει ν'αναλυθεί ως πρώτη εμπειρία:
ενοχή.
Η βάση της αίσθησης, πως μπορείς και σου αναλογεί να προκαλέσεις κακό, να πατήσεις το παντελόνι της σε ηλικία που αδιαφορεί για την "πληρωμή" και άτσαλα γνωρίζει το "χρωστάω". Μερικές συμπτώσεις μετά, νιώθεις το βάρος του "έκανα" και ψάχνεις να το πετάξεις κάπου κοντά, για να μη χρειαστεί να τρέξεις, να του χαρίσεις άλλο κόπο.
Φυγή στο επέκεινα ,λες, ψάξιμο στα πλάγια για πλάγια, ποιητικές λειτουργίες, άνομες λεξιπλασίες και δομές καταδικασμένες σε επανάληψη λόγω πείνας για πρωτοτυπία. Ψευτοκαλύπτεις, πετάς ένα "Ανήκω αλλού" και γελάς, γιατί η Πίτσα Παπαδοπούλου είναι παντού.
Ναι, αφού παίζεις σε τέτοια ύψη, όταν δέχεσαι και δεν φτιάχνεις τη διαφοροποίηση.
Και όλα καλά, και όλα δικά και σίγουρα πνευματώδη.
Μόνο που ξέχασες ένα κενό, φίλε.
Τότε που άνοιξες το φρεάτιο και αντί να ψάξεις κάτω από το σκατό χάζεψες το πόσο λυρικά υπέροχος είναι ο ασταθής ρυθμός απομάκρυνσης του λεωφορείου. Ακολουθώντας το τότε, ξέχασες ανοιχτό το καπάκι.
Το σιδερένιο, μαύρο, βαθιά χαραγμένο. Γύρνα, για να μπεις και να τελειώσεις ή να το σηκώσεις και να κλείσει.
Γύρνα, γιατί θες αποτέλεσμα. Απότομα.



Υπερθέαμα στο στερέωμα

Από πάνω σου κρεμασμένα κουκούλια και στη άκρη του τραπεζιού ένα ξύλινο, πρόχειρα μυτερό κοντάρι, χοντροδουλεμένο. Κάποια από τα κρεμάμενα έχουν αίμα και κάποια άλλα παγωμένη χρυσόσκονη, που θα πονέσει λίγο με το πρώτο πέσιμο. Η λαχτάρα σου να δοκιμάσεις την τύχη σου με το καθένα σε κάνει να ξεχνάς το συρματόσχοινο που έχει εισχωρήσει στο πόδι σου, όσο σέρνεσαι πάνω στο τραπέζι. Έχει ξεκολλήσει ένα κομμάτι δέρμα από το μπροστινό μέρος πάνω από τον αστράγαλο, αλλά αδιαφορείς όσο και για τα σπασμένα νύχια σου. Τα δάχτυλα ματώνουν στην προσπάθεια να γατζωθείς πάνω στο ξύλο με την ανίκανη στρογγυλή μαλακή σάρκα. Μάταια. Το πόδι σου κόβεται σε τρία κομμάτια και συνεχίζεις με το χαμηλότερο. Κρατάς στο χέρι την πατούσα σου και αφήνεις πίσω τα υπόλοιπα.
Φτάνεις το κοντάρι και κάνεις εκείνους τους ελάχιστους μαθηματικούς συνδυασμούς που είσαι ικανός, προσπαθώντας να κατεβάσεις όλες τις χρυσόσκονες και μόνο. Το πιάνεις, σου πληγώνουν ακίδες τα χέρια, χτυπάς με μανία ένα παρά ένα τα κουκούλια.
Πέφτουν μόνο τα αίματα.
Γέλιο.
Ένα χαμογελαστό κορίτσι ψιλοκρυμμένο με μαύρα μικρά ρούχα σε έβλεπε. Πίσω της πλήθος σκιών:άλλες πιο μπροστά,άλλες ακίνητες και άλλες αποχωρούν. Και λίγοι φωτισμένοι που αναγνωρίζονται. Αυτοί αυξάνονται παράλληλα με τον ρυθμό που το αίμα τρέχει από το πόδι σου. Φοράς το παλτό και ζητάς στο κοριτσάκι να έρθει μαζί σου. Σε ακολουθεί αλλά το στήσιμό της δείχνει τη διάθεση για απόσταση.
Προσποιείσαι πως έχεις το πόδι σου, κοιτάς πίσω υποτιμητικά ικετευτικά και ξεκίνησες.


http://bit.ly/h3P7Hk








Απώλειες

Ο Αντρέι Αντρέγεβιτς Μιάσοφ αγόρασε στη λαϊκή ένα φιτίλι και πήρε το δρόμο για το σπίτι του.
Εκεί που πήγαινε, ο Αντρέι Αντρέγεβιτς έχασε το φιτίλι και πέρασε από ένα μπακάλικο για ν'αγοράσει εκατόν πενήντα γραμμάρια λουκάνικο Πολτάβας. Στη συνέχεια, ο Αντρέι Αντρέγεβιτς πέρασε από έναν γαλακτοκομικό συνεταιρισμό κι αγόρασε ένα μπουκάλι κεφίρ, έπειτα ήπιε στα όρθια ένα ποτηράκι κβας και στήθηκε στην ουρά για να αγοράσει εφημερίδα. Η ουρά ήταν πολύ μεγάλη κι ο Αντρέι Αντρέγεβιτς περίμενε όχι λιγότερο από είκοσι λεπτά, όταν όμως είχε φτάσει στον εφημεριδοπώλη, πουλήθηκε κάτω απ'τη μύτη του η τελευταία εφημερίδα.
Ο Αντρέι Αντρέγεβιτς στάθηκε για λίγο μην ξέροντας τι να κάνει και κατόπιν κατευθύνθηκε προς το σπίτι του, μόνο που στο δρόμο έχασε το κεφίρ και πήγε στο φούρνο ν'αγοράσει ένα γαλλικό φραντζολάκι, αλλά έχασε το λουκάνικο Πολτάβας.
Ο Αντρέι Αντρέγεβιτς αποφάσισε τότε να πάει ίσια στο σπίτι του, στο δρόμο όμως έπεσε, έχασε το γαλλικό φραντζολάκι κι έσπασε τα ματογυάλια του.
Ο Αντρέι Αντρέγεβιτς έφτασε στο σπίτι του πολύ κακόκεφος κι έπεσε αμέσως να κοιμηθεί, αλλά για πολλή ώρα δεν τον έπαιρνε ύπνος και, όταν τελικά αποκοιμήθηκε, ονειρεύτηκε ότι είχε χάσει την οδοντόβουρτσά του και καθάριζε τα δόντια του με κάποιου είδους κηροπήγιο.

Δανιήλ Χαρμς, "ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ"